Ο ΦΟΝΟΣ ΤΟΥ ΑΔΕΛΦΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ, ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ


Οι ανταγωνισμοί των αρχόντων της Ζακύνθου, αντιζηλίες, κυρίως, για τα πρωτεία και τις τιμές του Συμβουλίου της Κοινότητας, είχαν εκδηλωθεί από τα πρώτα χρόνια της Βενετοκρατίας. Οι τίτλοι και τα αγαθά, που παραχωρούσε η Βενετία στους άρχοντες για τις πολεμικές τους υπηρεσίες σ’ αυτήν, ανάσταιναν ακόρεστες επιθυμίες ανωτέρων τιμητικών διακρίσεων και φιλοπρωτίας.
Η αρχοντική οικογενειακή παράδοση -ανδραγαθήματα στους πολέμους και ανώτερη κοινωνική επιβολή- αποτελούσε απαραίτητο κριτήριο εξασφαλίσεως υψηλοτέρων αξιωμάτων στην ιεραρχία του Συμβουλίου της Κοινότητας και, γενικότερα, της Βενετσιάνικης αποικιοκρατίας. Ο ανταγωνισμός αυτός των αρχόντων της Ζακύνθου, επόμενο ήταν να εκδηλωθεί εντονότερος ανάμεσα στις οικογένειες εκείνες, οι οποίες είχαν προσφέρει σπουδαίες πολεμικές υπηρεσίες στη Βενετία, εξασφαλίζοντας, έτσι, τα πρωτεία της κοινωνικής ζωής του τόπου. Οι εξέχουσες και συγγενικές οικογένειες των Σιγούρων και των Μονδίνων, ιδιαίτερα ύστερ’ από τη Ναυμαχία του Έπαχτου, φορτωμένες με νέα πολεμικά τρόπαια και δάφνες, απόκτησαν ακόμη περισσότερη δύναμη, όχι μόνο στις τάξεις του αρχοντολογιού, αλλά και στον ίδιο το Λαό. Οι ποπολάροι, ανάλογα με τις υποχρεώσεις, τα αισθήματα και τα συμφέροντα καθενός, εξεθείαζαν τις πολεμικές αρετές και τα κοινωνικά προτερήματα, άλλοι των Σιγούρων και άλλοι των Μονδίνων. Έτσι, άρχισε να χωρίζεται ο ανήσυχος και δραστήριος Αιγιαλός σε δύο μεγάλες αντίπαλες κοινωνικές παρατάξεις οπαδών και αντιπάλων των δύο πρωτευουσών οικογενειών.
Εκείνο τον καιρό (1581), οι σχέσεις των δύο οικογενειών είχαν οξυνθεί, από άγνωστη αιτία. Έτσι, η φιλονικία αυτή, που κατέληξε σε αδιάλλακτη αμοιβαία έχθρα (οφειλόμενη πιθανότατα στους ανταγωνισμούς των ιερατικών αξιωμάτων του Συμβουλίου της Κοινότητας), εύρισκε ζωηρή εριστική απήχηση στους οπαδούς των δύο οικογενειών.
Όπως προκύπτει από τέσσαρες ανέκδοτες πολύτιμες εκθέσεις του Προβλεπτή Ζακύνθου, Giov. Antonio Venier, προς τη Βενετσιάνικη Κυβέρνηση, χρονολογημένες από 21 Νοεμβρίου 1582, 28 Δεκεμβρίου 1582, 1 Ιουνίου 1583 και 16 Ιουλίου 1583, η αδιάλλακτη έχθρα των δύο πρωτευουσών οικογενειών Σιγούρων και Μονδίνων είχε ξεσηκώσει ολόκληρο τον Αιγιαλό σε δύο αντιμαχόμενες φατρίες, με αποτέλεσμα να προκαλούνται ταραχές και φόνοι.
Ο Προβλεπτής αναφέρει, στην πρώτη του έκθεση, ότι οι έχθρες και τα μίση των δύο οικογενειών και παρατάξεων, που βρήκε όταν πάτησε το πόδι του στη Ζάκυνθο, «ύστερ’ από μια πομπώδη ειρήνευση», άναψαν πάλι, κατά τη διάρκεια του Καρναβαλιού του 1582. (Πιθανότατα, η ανακωχή αυτή ακολούθησε ύστερ’ από την δολοφονία του Κωνσταντίνου Νουκίου Σιγούρου, αδελφού του Αγίου Διονυσίου, στις αρχές Δεκεμβρίου 1580). Ο Προβλεπτής δεν αναφέρει τη δολοφονία τούτη, ούτε τα αίτια της«πομπώδους» ανακωχής των δύο οικογενειών. Ο σκοπός των εκθέσεών του, ιδιαίτερα της πρώτης και της δεύτερης, αποβλέπει στο να εκφράσει τις ζωηρές ανησυχίες του για την εξέλιξη της οξύτατης αυτής αντιδικίας των δύο οικογενειών και παρατάξεων, και να κρούση τον κώδωνα του κινδύνου στη Βενετσιάνικη Κυβέρνηση για μια ενδεχόμενη γενικότερη κοινωνική σύρραξη στη Ζάκυνθο. Οι προσπάθειές του, όπως αναφέρει ο ίδιος, για να ειρηνεύσει τους αντιμαχόμενους, τιμωρώντας ακόμα όσους έδειχναν ανυπακοή, έμειναν άκαρπες και ναυάγησαν. Η κοινωνία του πυκνοκατοικημένου Αιγιαλού ήταν αδιάλλακτα χωρισμένη σε δύο αντίπαλα στρατόπεδα και δεν είχε μείνει κανένας ουδέτερος στην οικογενειακή αυτή διένεξη! Ολοένα, κάθε μέρα, μεγάλωναν τα μίση και άναβε ο φανατισμός, με αντεκδικήσεις και φόνους. Ο Προβλεπτής και οι Ευγενείς από το Κάστρο, ήταν αδύνατο, εξ αιτίας της αποστάσεως και των μέσων, να εμποδίσουν ένα γενικότερο κύμα κοινωνικών ταραχών στον ανταριασμένο Αιγιαλό. Απευθύνεται, λοιπόν, ο Προβλεπτής προς τη Βενετσιάνικη Γερουσία, η οποία είχε σημαντικά στρατηγικά συμφέροντα από τη γεωγραφική θέση της Ζακύνθου, και ζητεί να βρει αυτή αποτελεσματικούς τρόπους ειρηνεύσεως των δύο οικογενειών και παρατάξεων. Οι φόνοι, τα επεισόδια και άλλα, άγνωστα έως τώρα, τοπικά γεγονότα της χρονικής περιόδου 1582 - 1583, πλαισιωμένα όλα από την αδιάλλακτη έχθρα των δύο οικογενειών και παρατάξεων, αποτελούν το αντικείμενο των υπολοίπων ανεκδότων εκθέσεων του Προβλεπτή Ζακύνθου Giov. Antonio Venier. Οι πολύτιμες αυτές εκθέσεις αποκτούν ιδιαίτερη αξία για την ιστορική έρευνα της κοινωνίας της Ζακύνθου στα χρόνια εκείνα. Εμείς, ωστόσο, είμαστε υποχρεωμένοι εδώ να σταματήσουμε αποκλειστικά και μόνο στο σκοτεινό ζήτημα της δολοφονία του Κωνσταντίου Νουκίου Σιγούρου.
Ο Ε. Ρ. Ραγκαβής γράφει ότι ο αδελφός του Αγίου Διονυσίου Κωνσταντίνος σκοτώθηκε σε κάποια μάχη στην Πελοπόννησο, στα 1582. Ο Ραγκαβής, ωστόσο, παραλείπει να μνημονεύσει την πηγή από όπου αντλεί την πληροφορία του. Όπως κι άλλες πληροφορίες του Ραγκαβή για τη Ζακυνθινή οικογένεια Σιγούρου, έτσι κι αυτή ελέγχεται ανακριβής.
Ο Λ. Χ. Ζώης απέδειξε, από επίσημα έγγραφα του κατεστραμμένου Αρχειοφυλακείου Ζακύνθου, ότι ο Κωνσταντίνος Νουκίου Σιγούρος ζούσε μέχρι την 14 Ιουλίου 1580, που έδωσε στον Ιω. Μαλλιαρά το περιβόλι του στις Βαρές (Συμβολαιογράφος Ζακύνθου Ιω. Δρακόπουλος), και είχε πεθάνει πριν από την 21 Δεκεμβρίου 1580, που ο Ιεράρχης Διονύσιος και ο πενθερός του αδελφού του, Θεόδωρος Παΐδης, παρίστανται ως επίτροποι της κληρονομίας του «ποτέ μισέρ Κωνσταντή Σιγούρου»
Ο Κωνσταντίνος Σιγούρος παντρεύτηκε τη Σταματούλα Θεοδώρου Παΐδη. Από το γάμο του, απέκτησε δύο κόρες, την Παυλίνα και τη Φιορού. Η πρώτη πέθανε νεώτατη κ’ η δεύτερη παντρεύτηκε στα 1600, τον Π. Στυλιανέση. Ο Κωνσταντίνος Σιγούρος, επιφανής άρχοντας και κτηματίας, απέτυχε την 19 Ιουνίου 1580, ως Σύνδικος της Κοινότητας Ζακύνθου, ψηφίσθηκε, όμως, ως Κήνσωρ, με ψήφους 81 κατά 45. Η αποτυχία του εκείνη να υπερψηφισθή Σύνδικος, μήπως υπήρξε απαρχή της φιλονικίας των Σιγούρων με τους Μονδίνους; Εξέχοντες Υμνογράφοι του Αγίου Διονυσίου, κυρίως, όμως, η αγέραστη και ζωντανή παράδοση της Ζακύνθου, αναφέρουν ότι ο Κωνσταντίνος Νουκίου Σιγούρος δολοφονήθηκε κι ο φονιάς, κυνηγημένος από τις Αρχές, περιπλανήθηκε άθελά του στα βουνά κι έφθασε στο μοναστήρι της Αναφωνήτριας, όπου ζήτησε άσυλο από τον άγνωστό του Ηγούμενο και αδελφό του θύματος. Ο κακούργος εξομολογήθηκε το φρικτό έγκλημά του στον Ηγούμενο της Αναφωνήτριας. Ο Άγιος Διονύσιος έκρυψε από τους στρατιώτες και συγχώρησε το φονιά του αδελφού του και, μάλιστα, τον βοήθησε να φύγη με μια βάρκα, μέσα στη νύχτα, για την απέναντι στεριά της Κεφαλονιάς.
Η εγκυρότερη μαρτυρία της συγγνώμης του Αγίου Διονυσίου προέρχεται από τον Υμνογράφο του, Άγγελο Σουμάκη, γνωστό άρχοντα και λόγιο της Ζακύνθου. Ο Άγγελος Σουμάκης ή Συμμάχιος εξυμνεί την πράξη συγγνώμης του Αγίου Διονυσίου προς το φονιά του αδελφού του, την οποία είχε ακούσει ασφαλώς από το στόμα των γονέων, συγγενών και συμπολιτών του, συγχρόνων της ζωής ή του θανάτου του Ιεράρχη.
Παρ’ όλη την έλλειψη ως τώρα σύγχρονης γραπτής μαρτυρίας για τη δολοφονία του Κωνσταντίνου Νουκίου Σιγούρου, εμείς την παραδεχόμαστε, από πολλά επίσημα στοιχεία, ως το ιστορικό γεγονός των αρχών Δεκεμβρίου του 1580. Μια έρευνα στον κυκεώνα των Βενετσιάνικων Αρχείων, πιστεύουμε πως, ανάμεσα σ’ άλλα, θα έφερνε στο φως και το κλειδί του ιστορικού αυτού ζητήματος! Ωστόσο, υπάρχει από τα πράγματα ένα μυστήριο γύρω από την απόκρυψη της δολοφονίας του Κωνσταντίνου Νουκίου Σιγούρου. Η μοναδική έγγραφη πηγή της Ζακύνθου, που θα έλυνε οριστικά το σκοτεινό αυτό ζήτημα, εξαφανίσθηκε σκόπιμα σε άγνωστη εποχή και από άγνωστο πρόσωπο! Ένα μεγάλο «γιατί» γεννιέται αυθόρμητα, ύστερ’ από την ανάγνωση της παρακάτω επίσημης μαρτυρίας του Λ.Χ. Ζώη:«Ανέτρεξα εις πολλάς πηγάς, προς εξακρίβωσιν του θανάτου του (του Κωνσταντίνου Νουκίου Σιγούρου), διεξήλθα κατά λέξιν σχεδόν όλους τους τότε συμβολαιογράφους και άλλα έγγραφα, εζήτησα σχετικάς πληροφορίας εκ των Αρχείων Κερκύρας και Βενετίας, αλλ’ αι παρασχεθείσαι μοι πληροφορίαι ουδόλως διελεύκαναν το τόσω σκοτεινόν, όσω και ενδιαφέρον ζήτημα τούτο. Μία μόνη ευτυχής σύμπτωσις παρουσιάσθη, η οποία και προς στιγμήν εθέρμανε τας ελπίδας μου. Ήτο η ανακάλυψις παρά τω Αρχειοφυλακείω Ζακύνθου του Βιβλίου Αποφάσεων του Κακουργοδικείου των ετών 1580 - 1584, όπου ήλπιζα ότι θ’ ανεύρισκον την καταδικαστικήν απόφασιν του φονέως και την αιτίαν του φόνου του Κωνσταντίνου Σιγούρου, αν, πράγματι, συνέβη τοιούτος. Ατυχώς, αι ελπίδες μου διεψεύσθησαν, διότι εκ του ανωτέρω βιβλίου έχουν αποσπασθή και φαίνονται τα ίχνη της εκραφής τα υπ’ αρ. 5 και 6 (φύλλα), σελίδες τέσσαρες, ακριβώς εις τα φύλλα εκείνα, εις τα οποία διαλαμβάνονται αι καταδικαστικαί αποφάσεις από το τέλος Νοεμβρίου 1580 μέχρι της 6 Μαρτίου 1581. Επίσης, και εκ του τέλους του βιβλίου έχουν αποσπασθή δύο σελίδες, εν αις ονομαστικόν ευρετήριον των περιεχομένων του βιβλίου. Τι να υποθέση τις εντεύθεν; Υπήρχε πράγματι εις τας ελλειπούσας σελίδας το όνομα του φονέως του Κωνσταντίνου Σιγούρου και η αιτία της πράξεως; Και αν υπήρχε, ποία χειρ βέβηλος ή αργυρώνητος απέσπασε τα σελίδας εκείνας; Και οι αποσπάσαντες -διότι, ασφαλέστατα, αι σελίδες απεσπάσθησαν σκοπίμως- ήσαν τάχα ενδιαφερόμενοι, ήσαν συγγενείς του δράστου, ζητήσαντες ούτω ν’ αποκρύψουν από τας μελλούσας γενεάς το όνομα του φονέως του αδελφού του Αγίου, δια την αλγεινήν εντύπωσιν, ή άραγε του παθόντος, φονευθέντος ίσως δια πράξιν, η οποία, χάριν του γοήτρου της οικογένειας των Σιγούρων, θα έπρεπε να μη γίνη γνωστή εις τους μεταγενέστερους; Όπως και αν έχη το πράγμα, μυστήριον καλύπτει την υπόθεσιν ταύτην...».
Και ερωτάται: Την απόσπαση των σελίδων εκείνων, όπου υπήρχε το όνομα του φονιά, τα αίτια της πράξεως, κι η καταδικαστική απόφαση, επραγματοποίησαν οι Μονδίνοι ή οι Σιγούροι; Ας λεχθεί ότι παλιότερα είχε διορισθεί Αρχειοφύλακας Ζακύνθου κάποιος Μονδίνος και, συνεπώς, η απόσπαση των σελίδων ήταν εύκολη. Επίσης, δεν πρέπει ν’ αποκλεισθεί καθόλου και η εκδοχή της αποσπάσεως των σελίδων από την οικογένεια των Σιγούρων, από ευσχημοσύνη προς το πρόσωπο του Αγίου, αν όχι και σύμφωνα με την απαίτηση του ίδιου, για να ειρηνεύσουν τα πνεύματα. Η τελευταία αυτή εκδοχή πλησιάζει περισσότερο προς την αλήθεια, επειδή, αν προσέξει κανείς σ’ όλα τα μεταγενέστερα οικογενειακά συμβόλαια του Αγίου Διονυσίου, θα παρατηρήσει ότι σε κανένα απ’ αυτά δε μνημονεύεται ο τρόπος του θανάτου του αδελφού του, αλλά πάντα η έκφραση «ο μακαρίτης μισέρ Κωνσταντής» κι ακόμα, το σπουδαιότερο, ότι ύστερ’ από λίγα χρόνια, η τόσο επιθυμητή συμφιλίωση των δύο οικογενειών είχε πραγματοποιηθεί, χωρίς καμμίαν επέμβαση ή πίεση της Βενετίας. Πίσω απ’ όλα αυτά, είμαστε βέβαιοι ότι υπήρχε η απέραντη ανεξικακία και συγνώμη του Αγίου μας, ο οποίος, αφού ήπιε ολόκληρο το φοβερό εκείνο ποτήρι της δολοφονίας του αγαπημένου του αδελφού, έσφιξε την καρδιά του, κοίταξε ψηλά και αγωνίσθηκε σκληρά με όλους, και πρώτ’ απ’ όλα με τον ίδιο τον εαυτό του, για να ξεχασθή το τρομερό εκείνο έγκλημα, που μάτωσε τόσο την ψυχή του, να ειρηνεύσουν οι δύο πρωτεύουσες οικογένειες και να συμφιλιωθούν οι συμπολίτες του.


ΚΟΙΜΗΣΗ, ΜΕΤΑΚΟΜΙΔΗ ΚΑΙ ΤΑΦΗ ΣΤΑ ΣΤΡΟΦΑΔΙΑ
ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΣΙΓΟΥΡΟΥ ΣΕ ΑΓΙΟ

Από την άνοιξη του 1622, κλονίσθηκε σοβαρά η υγεία του Ιεράρχη Διονυσίου. Τα γερατειά, η ασκητική ζωή και, κυρίως, οι αρρώστειες, είχαν καταβάλει ανεπανόρθωτα τον οργανισμό του Ερημίτη του Μοναστηριού της Αναφωνήτριας. Ο Ιεράρχης ήταν υποχρεωμένος να μένη πια στο κελλί του, άρρωστος και αδύναμος, για την προσωπική εποπτεία και διεκπεραίωση των πολλαπλών διοικητικών ζητημάτων του Μοναστηριού του. Η κατάσταση αυτή εξακολούθησε ως τις αρχές Αυγούστου του ίδιου χρόνου.
Έτσι, την 21 Μαΐου 1622 εξουσιοδότησε τον ιεροδιάκονο της Μονής Αναφωνήτριας να συμβληθεί με τον Ι. Γκούσκο, για ένα αμπέλι του Μοναστηριού στις Βαρές (συμβολαιογράφος Ζακύνθου Δ. Θεοδόσης). Επίσης, την 4 Αυγούστου 1622 εξουσιοδότησε το μοναχό Γ. Τριπήλα να έλθει σε συμφωνία με το Γ. Τσουκαλά, για μερικές αγελάδες της Μονής Αναφωνήτριας (συμβολαιογράφος Ζακύνθου Δ. Θεοδόσης).
Το φθινόπωρο του 1622, η κατάσταση της υγείας του Αρχιεπισκόπου Διονυσίου Σιγούρου χειροτέρευσε. Οι συγγενείς του τον έπεισαν ότι έπρεπε να έλθη κοντά τους, στην πόλη. Έτσι, άφησε την Αναφωνήτρια κ’ εγκαταστάθηκε, άρρωστος βαρειά, στο σπίτι της αδελφής τους (οικία Ιωάννη Μακρή). Την 10 Οκτωβρίου 1622, οι σύνδικοι Ζακύνθου Ιωάννης Γαβριηλόπουλος και Μάρκος Σιγούρος, σε μακροσκελή τους έκθεση προς το Δόγη της Βενετίας, γράφουν, μεταξύ άλλων, και τα εξής:«Attrovandosi il R. mo Mon. sig. Arcivescovo D.o Dionisio Sicuro Nobile di questa citta, habbate di detto Monasterio, di eta d’ anni settantacinque incirca, indisposto da gravi et diverse malatie dalle qualli, et anco per la sua senil eta, judicamo che il Sommo Fattore lo volgia a se chiamare...» (= Ο Πανιερώτατος Αρχιεπίσκοπος Κύριος Διονύσιος Σιγούρος, ευγενής της πόλεως ταύτης, αββάς του Μοναστηρίου της Παναγίας Αναφωνήτριας, ετών περίπου εβδομήκοντα και πέντε, από βαριά και διάφορα νοσήματα (da gravi et diverse malatie), καμπτόμενος, καθώς και από την γεροντικήν ηλικίαν, νομίζομεν ότι ο Υπέρτατος Δημιουργός θα τον καλέσει πλησίον Του...).
Ο Αρχιεπίσκοπος Διονύσιος Σιγούρος αναπαύθηκε στους κόλπους του Θεού τη 17 Δεκεμβρίου 1622, όπως αποδεικνύεται από επίσημο έγγραφο της εποχής.
Λίγο πριν από την κοίμησή του, ο Ιεράρχης Διονύσιος εζήτησε να ταφή στα Στροφάδια, όπου αφιέρωσε ολόκληρη την περιουσία του. Είναι άγνωστο αν είχε κάμει διαθήκη ο Αρχιεπίσκοπος Διονύσιος Σιγούρος. Οπωσδήποτε, στον κατεστραμμένο φάκελο εγγράφων Αγίου Διονυσίου, που υπήρχε προσεισμικά στο Αρχειοφυλακείο Ζακύνθου, είχαν συγκεντρωθή ανέκδοτες μαρτυρίες σχετικές με την κοίμηση, την κηδεία και τη μετακομιδή του Λειψάνου στα Στροφάδια. Ο ιστοριοδίφης Λ. Ζώης, αντλώντας από τις επίσημες εκείνες πηγές, που, δυστυχώς, καταστράφηκαν χωρίς να δημοσιευθούν, γράφει τα εξής: «Δι’ επισήμου και επιβλητικωτάτης κηδείας, εκ της οικίας του Ιωάννου Μακρή, όπου απέθανεν ο Ιεράρχης, μετεκομίσθη το Λείψανον κατ’ ευθείαν εις την αποβάθραν, εκείθεν δε επεβιβάσθη εις τίνα φρεγάδαν. Μεταξύ του παρακολουθούντος την κηδείαν πλήθους, παρευρίσκοντο και οι Λουκάς Καρρέρ, Ιωάννης Ρουκάνης, Μάρκος ιερ. Μελισσηνός, Ιωάννης Καψοκέφαλος, Τιμόθεος ιερ. Σοπραμάσαρος, Λαυρέντιος ιερ. Βέργαμος, Πέτρος Δαλλ’ Ακουϊλα και δρ. Μάρκος Κοκκίνης, οι οποίοι πάντες, κληθέντες υπό της εξουσίας, εβεβαίωσαν, ότι κατά την 18 Δεκεμβρίου, ο νεκρός του Αρχιεπισκόπου Σιγούρου μετεκομίσθη εκ της οικίας Μακρή εις την παραλίαν μετά και δύο κιβωτίων, ότι επεβιβάσθη εις φρεγάδαν, ότι άπασαν την περιουσίαν του ο Ιεράρχης κατέλιπεν εις την Μονήν Στροφάδων, και ότι ουδέν είχε κληροδοτήσει εις την Μονήν Αναφωνήτριας»
Είναι φανερό ότι στα δύο κιβώτια, που μεταφέρθηκαν στη φρεγάδα μαζί με το Λείψανο, θα πρέπει να υπήρχε η εκκλησιαστική κληρονομιά του Αγίου Διονυσίου στο Αυτοκρατορικό Μοναστήρι των Στροφάδων, δηλαδή εκκλησιαστικά ιερά σκεύη, αφιερώματα, ευαγγέλια, άμφια, βιβλία και χειρόγραφα. Τι απέγιναν, όμως, όλα αυτά;
Το Λείψανο τάφηκε στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου των Στροφάδων.
Ύστερα από κάμποσα χρόνια, έγινε η ανακομιδή, σύμφωνα με τη μοναστηριακή τάξη, και το Λείψανο βρέθηκε άθικτο. Τίποτα δεν είχε αλλάξει σ’ αυτό από την ημέρα του ενταφιασμού. Μόνο η άκρη της μύτης και δύο δόντια τού έλλειπαν. Από τότε, ένα θείο άρωμα, σαν παραδείσιο μύρο, ξεχύνεται από το Λείψανο του Αρχιεπισκόπου Διονυσίου Σιγούρου. Κάτι σαν άρωμα μοσχολίβανου, συνταιριασμένο, θαρρείς, με άρωμα και τριαντάφυλλου και γιασεμιού και χίλιων άλλων λουλουδιών.
Οι Μοναχοί εδόξασαν το Θεό και πήγαν το ιερό Λείψανο στο νάρθηκα της εκκλησίας της Μεταμορφώσεως του Σωτήρα.
Όταν άρχισε ο βενετοτουρκικός πόλεμος για την Κρήτη, οι Μοναχοί των Στροφάδων, από φόβο ενδεχόμενης απόβασης των βαρβάρων στο ιστορικό Μοναστήρι τους, επήραν το ιερό Λείψανο ανεπίσημα κι όσα πολύτιμα πράγματα είχαν κι ήρθαν στη Ζάκυνθο. Εκεί, πήγαν το Λείψανο στην εκκλησία της Παναγίας του Καλητέρου (Μετόχι των Στροφάδων). Όταν πέρασε ο πόλεμος κ’ έγινε ειρήνη στη στεριά και τη θάλασσα, οι Πατέρες ξαναγύρισαν στα Στροφάδια, παίρνοντας μαζί τους το Λείψανο και τα πολύτιμα πράγματα που είχαν φέρει στη Ζάκυνθο. Αυτή ήταν η πρώτη μετακομιδή του ιερού Σκήνους, που συνδέεται και με πολλά θαύματα του Ιεράρχη Διονυσίου.
Το Λείψανο του Ιεράρχη τοποθετήθηκε από τους Μοναχούς όρθιο στον επισκοπικό θρόνο της εκκλησίας της Μεταμορφώσεως του Σωτήρα στα Στροφάδια.
Στα τέλη του 17ου ή αρχές του 18ου αιώνα, οι Μοναχοί των Στροφάδων άρχισαν να ενεργούν για ν’ ανακηρυχθεί Άγιος ο Ιεράρχης Διονύσιος. Έτσι, αφού συγκεντρώθηκαν τα έξοδα του ταξιδιού, με συνεισφορά του Μοναστηριού των Στροφάδων, συγγενών και συμπολιτών του Ιεράρχη Διονυσίου, στάλθηκαν στο Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης (1703) αρμόδια πρόσωπα, με πολυσέλιδη αναφορά της Εκκλησίας και Κοινότητας Ζακύνθου, όπου γινόταν ευρύς λόγος για τη ζωή και τα θαύματα του Αρχιεπισκόπου Διονυσίου Σιγούρου.
Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Γαβριήλ, με συνοδική έκθεση, ανακήρυξε τον Αρχιεπίσκοπο Διονύσιο Σιγούρο, Άγιο.

ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΕΠΙΔΡΟΜΗ ΣΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ΤΩΝ ΣΤΡΟΦΑΔΩΝ (ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 1717) ΔΙΑΣΩΣΗ ΚΑΙ ΜΕΤΑΚΟΜΙΔΗ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΛΕΙΨΑΝΟΥ ΣΤΗ ΖΑΚΥΝΘΟ. ΑΝΑΚΗΡΥΞΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΩΣ ΠΟΛΙΟΥΧΟΥ ΖΑΚΥΝΘΟΥ

Ύστερα από τη Συνοδευτική έκθεση, εκδηλώνεται στη Ζάκυνθο η φροντίδα για την ίδρυση ναού αφιερωμένου στον Άγιο Διονύσιο. Έτσι, την 1η Μαΐου 1708, ο Ευστάθιος Χρυσοβέργης παραχωρεί ένα σπίτι του (συνοικία Άμμου) σ’ αιώνια εδαφομονή, για 9 ρεάλια και μισή λίτρα κεριού, κάθε χρόνο, στους πατέρες της Μονής Στροφάδων, οι οποίοι, αφού το γκρέμισαν, έκτισαν εκεί εκκλησία στ’ όνομα του Αγίου Διονυσίου.
Κατά τη διάρκεια του νέου βενετοτουρκικού πολέμου (1715-1718), οι Επτανήσιοι έζησαν ακόμα μια φορά τον εφιάλτη των εχθρικών επιδρομών. Το καλοκαίρι του 1716, ο τουρκικός στόλος, με ναύαρχο τον Καπουδάν Χοδζά πασά, είχε σηκώσει άγκυρα για την εκπόρθηση της Κέρκυρας και των άλλων Ιονίων Νήσων. Από το πέλαγος, ο Καπετάν πασάς έστειλε γράμμα προς τους συνδίκους της Ζακύνθου«ότι αυτός μεν εκπλέει κατά Κέρκυρας, ην αφεύκτως θέλει υποτάξη εις τον ατρόμητον αυτού δύναμιν. Διο οι Ζακύνθιοι ώφειλον, προς αποφυγήν των δεινών, να υποταχθώσιν αυτώ, και δια πολλών πλουσίων δώρων προσφερομένων τω Μεγάλω Σουλτάνω θα τύχωσι συγχωρήσεως τη συνεργεία αυτού, και διατηρήσωσι, τα προνόμια της πόλεώς των παρά του Σουλτάνου. Εις εναντίαν δε περίπτωσιν, καθ? ην θέλει αρνηθώσι τας απαιτήσεις του, δια πυρός και μαχαίρας, θέλει εξολοθρεύσει αυτούς, και κατερημώσει τον τόπον των...». Οι σύνδικοι της Ζακύνθου απέρριψαν την ιταμή επιστολή και πήραν αποφάσεις από κοινού με τον Προβλεπτή για την καλύτερη οργάνωση της άμυνας του Κάστρου και των παραλιών. Η απειλή, ωστόσο, του Τούρκου ναυάρχου έγινε γνωστή από τη Ζάκυνθο στα Στροφάδια κι οι μοναχοί, έκρυψαν το ιερό Λείψανο του Αγίου, τις ιερές εικόνες και όσα πολύτιμα πράγματα είχαν, μέσα σε δύο σπηλιές. Στην πρώτη σπηλιά, έκρυψαν το ιερό Λείψανο και στη δεύτερη, την αρχαία θαυματουργή εικόνα της Παναγίας Παντοχαράς και άλλα πολύτιμα είδη του Μοναστηριού.
Ο τουρκικός στόλος πέρασε από τ’ ανοιχτά των Στροφάδων και της Ζακύνθου. Αρχές Ιουλίου 1716, έφθασε στην Κέρκυρα.
Η πολιορκία των Τούρκων απέτυχε οικτρότατα. Έλληνες και Βενετοί πολέμησαν ηρωικά κ’ έδειξαν αυταπάρνηση και γενναιότητα. Ωστόσο, η αποχώρηση των απίστων, από την περιοχή του Κάστρου της Κέρκυρας, έγινε ύστερ’ από θαύμα του μεγάλου και θαυματουργού Αγίου Σπυρίδωνος.
Ο Άγιος Σπυρίδων, ακόμα μια φορά, έδιωχνε από το Νησί των Φαιάκων το θανάσιμο κίνδυνο της τουρκικής απειλής και κατακτήσεως. Η οριστική κατατρόπωση και ντροπιασμένη φυγή από την Κέρκυρα του Καπετάν πασά, από θαύμα του Αγίου Σπυρίδωνος, ανάγκασε τον τουρκικό στόλο να επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη.
Ο πόλεμος, ωστόσο, εξακολουθούσε. Η Μεσόγειος έβραζε από πλοία και στο Ιόνιο έπεφτε βαριά η απειλητική σκιά των Αγαρηνών.
Τον Αύγουστο του 1717, ένα χρόνο ύστερ’ από την επαίσχυντη φυγή του Καπετάν πασά, τουρκικά πλοία, με αρχηγό τον αιμοδιψή πειρατή της Κάνκας Μουστή ή Μοστρίνο, αγκυροβόλησαν στο λιμάνι των Στροφάδων κι ελεηλάτησαν το Μοναστήρι. Ο πειρατής έπιασε τους μοναχούς, εκτός από τέσσαρες, που πρόφθασαν να κρυφθούν σε τρύπες της γης, και τους υπέβαλε σε φρικτά βασανιστήρια, για να μαρτυρήσουν τους κρυμμένους θησαυρούς του Μοναστηριού. Οι μοναχοί δε μπορούσαν ν’ ανθέξουν περισσότερο στα βασανιστήρια κι έδειξαν τις δύο σπηλιές. Ο Μοστρίνος διάταξε τότε να σκοτώσουν μερικούς μοναχούς και να κάψουν τα σώματά τους. Ύστερα, πήρε μαζί του πολλούς αιχμάλωτους πατέρες, την εικόνα της Παναγίας και τους άλλους θησαυρούς του Μοναστηριού. Ανάμεσα στους Τούρκους, ήταν και τέσσαρες Χριστιανοί, αιχμάλωτοι πιθανότατα, οι οποίοι έκοψαν τα χέρια του Αγίου από ευλάβεια και τα έκαμαν «εις τέσσαρα μέρη δι’ αγιασμόν των». Αλλη πηγή, ωστόσο, αναφέρει, ότι τα χέρια του Αγίου τα έκοψαν οι Αγαρηνοί. Όταν ήταν έτοιμοι να φύγουν, οι άπιστοι ληστοπειρατές εσήκωσαν το υπόλοιπο ιερό Λείψανο και το έβαλαν πάνω σ' ένα βαρέλι με πυρίτιδα, βάζοντας ολόγυρα φωτιά. Όμως ο Αγιος Διονύσιος έκαμε το θαύμα του και το μπαρούτι δεν έπιασε φωτιά κ’ έτσι το βαρέλι δεν ανατινάχθηκε.
Η λεηλασία του Μοναστηριού των Στροφάδων και η διάσωση του ιερού Λειψάνου αναφέρονται σ’ ένα πολύτιμο χρονικό ανώνυμου μοναχού της εποχής εκείνης, που έφερε στο φως ο Αρχιεπίσκοπος Νικόλαος Κατραμής:«1717. Αυγούστου 19, ημέρα Δευτέρα ηχμαλώτισαν το μοναστήρι μας τα Στροφάδια ο Θεοκατάρατος Μουστής με δέκα γαλιώταις και επήραν όλα τα ιερά σκεύη, το αρμαμέντο, και την Παναγίαν και όλα μας τα μπαστιμέντα και έκοψαν τα χέρια του Αγίου και τα επήραν^ και το επίλοιπον άγιον λείψανον το έβαλαν απάνου ενού βαρελιού μπαρούτη και έκαμε θαύμα ο άγιος και δεν έπιασε φωτία και εφυλάκτη και το έχομεν τη σήμερον εις τη Ζάκυνθον. Επήραν και σκλάβους πατέρες είκοσι με τέσσερους ιερομόναχους. Ήτανε ηγούμενος ετότες Γεράσιμος Κάπαρης και ήτον εις την Ζάκυνθον και εις τα 23 του αυτού ήφερε τον άγιον η Κορβέττα εις την Ζάκυνθον με τους λοιπούς Καλογέρους, όπου εκρύφτηκαν και δεν αιχμαλωτίσθηκαν. Το πώς εμπήκαν μέσα (οι επιδρομείς) είναι τούτο. Αρμπούρισαν παντιέρα άσπρη και ήρθαν οι Καπετανέοι έξω με δόλο, με το καλό εμπήκαν μέσα στο Μοναστήρι και έπιασαν την πόρτα, και έτζι εγελάστηκαν (οι μοναχοί)»
Όταν έφυγε η τουρκική μοίρα από τα Στροφάδια, ο Μοστρίνος στοχάστηκε ότι θα μπορούσε να πωλήση τα τεμάχια των χεριών του Αγίου Διονυσίου. Έτσι, τα πήρε από τους τέσσαρες Χριστιανούς (ή από τους Αγαρηνούς) και«διερχόμενος από τη Χίον τα επώλησε εις τον τότε Αρχιερέα αυτής Αγαθάγγελον και ένα ευλαβή μοναχόν ονομαζόμενον Ακάκιον, οίτινες δια την πρέπουσαν ευλάβειαν τα έστειλαν εις το μοναστήριον των Στροφάδων. Τη δε εικόνα της Παρθένου Μαρίας επώλησεν εις την Πάτμον^ την ηγόρασαν δε δύο αδελφοί άρχοντες Πατμιώται Ηλίας και Θεόδωρος, οίτινες έπεμψαν αυτήν εις τας Στροφάδας...»
Όπως προκύπτει από επίσημο έγγραφο του Μητροπολίτη Χίου, Δανιήλ, της 1 Ιουλίου 1718, το αριστερό χέρι του Αγίου Διονυσίου στάλθηκε από τη Χίο στο Μοναστήρι της Παναχράντου της Ανδρου. Την επομένη της λεηλασίας, οι πατέρες που γλίτωσαν, είδαν να περνά έξω από τα Στροφάδια μια βενετσιάνικη κορβέτα. Οι μοναχοί έκαμαν σινιάλα, ζητώντας βοήθεια. Ο πλοίαρχος κατάλαβε ότι συμβαίνει κάτι φοβερό, άλλαξε πορεία κι άραξε στο λιμάνι των Στροφάδων. Πλοίαρχος της κορβέτας ήταν ο Δαλματός Ιωάννης Μπάλοβιτς, άνθρωπος του θεού. Όταν έμαθε τα συμβάντα και είδε το τρομακτικό θέαμα της λεηλασίας και καταστροφής, μετέφερε, με βαθύτατη ευλάβεια και ταπείνωση, το ιερό Λείψανο στην ιδιαίτερη καμπίνα του. Ύστερα, πήρε μαζί του στο πλοίο τους πατέρες του Μοναστηριού. Αμέσως, σήκωσε άγκυρα κ’ έβαλε πλώρη για τη Ζάκυνθο. Λίγες ώρες αργότερα η κορβέτα του Μπάλοβιτς άραξε στο μώλο του Αγίου Νικολάου, κοιμίζοντας για πάντα στη Ζάκυνθο το μεγαλύτερο θησαυρό της, αυτή την ίδια την ψυχή και ύπαρξή της.
Η είδηση έκαμε το γύρο της πόλης και σε λίγο ανέβηκαν στην κορβέτα ο ιερός κλήρος, ο Προβλεπτής, όλες οι πολιτικές και στρατιωτικές αρχές και δέχθηκαν από τα χέρια του πλοιάρχου Μπάλοβιτς το ιερό Λείψανο του Αγίου Διονυσίου. Αμέσως, κλήρος, αρχές και λαός μετέφεραν, με χαρά και κατάνυξη, το ιερό Λείψανο στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου των Ξένων (Μητρόπολη), για προσκύνημα. Ύστερ’ από τρεις ημέρες, έγινε η πρώτη επίσημη λιτανεία του ιερού Λειψάνου στην πόλη και, ύστερα, μεταφέρθηκε στην εκκλησία του Γενεσίου της Θεοτόκου, στο προάστιο Καλητέρος, μετόχι της Μονής Στροφάδων. Στην εκκλησία τούτη, το ιερό Λείψανο του Αγίου Διονυσίου έμεινε τρία χρόνια (1717-1720). Ύστερα, το πήγαν οριστικά στην εκκλησία του της συνοικίας Αμμου.
Η μετακομιδή του ιερού Λειψάνου στη Ζάκυνθο αναφέρεται σε βραχύ χρονικό, ανωνύμου, που δημοσίευσε ο Αρχιεπίσκοπος Νικόλας Κατραμής:«1717, Αυγούστου 22, μετηνέχθη εκ Στροφάδων το ιερόν του Αγίου Διονυσίου λείψανον. Έφεραν αυτό εις τον Επισκοπικόν Ναόν. Τη δε 25 γενομένης λιτανείας εναπέθεσαν αυτό εν τω ναώ του Μετοχίου εις Καλητέρον».
Την αιώνια ευγνωμοσύνη της Ζακύνθου στο Δαλματό πλοίαρχο Ιωάννη Μπάλοβιτς εκφράζει εύγλωττα το ευχαριστήριο έγγραφο που του έστειλε, ύστερ’ από τρία χρόνια, ο Πρωτοπαπάς Ζακύνθου Ιωάννης Τσαγκαρόπουλος.
Η μετακομιδή του ιερού Λειψάνου από τα Στροφάδια στη Ζάκυνθο αποτελεί το σημαντικότερο γεγονός της Ιστορίας της Ζακύνθου, που την επλούτισε με τον άφθαρτο θησαυρό της ψυχικής σωτηρίας ολόκληρων γενεών, περασμένων και μελλοντικών, του Άνθους της Ανατολής.
Δεν είναι γνωστό πότε ακριβώς η Κοινότητα Ζακύνθου ανακήρυξε τον Αγιο Διονύσιο Πολιούχο Ζακύνθου. Ο Σπυρίδων Δε Βιάζης, ο Αντώνιος Μπισκίνης και άλλοι έγραψαν ότι η Κοινότητα Ζακύνθου ανακήρυξε επίσημα τον Άγιο Διονύσιο Προστάτη Ζακύνθου το έτος 1724. Ο Λεωνίδας Ζώης, ωστόσο, υποστηρίζει ότι «τοιαύτη ανακήρυξις (του 1724) δεν απαντά εν τοις Πρακτικοίς του Συμβουλίου του έτους εκείνου (Atti del Consο 1718-1730). Τουναντίον, εν τοις Πρακτικοίς των επομένων ετών και μέχρις Ιουνίου 1758, απαντά Προστάτης Ζακύνθου ο Αγιος Ιωάννης: S. Giovanni Precursor protetor nostro glorioso = Αγιος Ιωάννης Πρόδρομος, προστάτης ημών ένδοξος (Atti del Consο 1752-1758)». Η ανακήρυξη του Αγίου Διονυσίου σαν Προστάτη της Ζακύνθου, αντί της Παναγίας της Σκοπιώτισσας και του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, έγινε από την Κοινότητα Ζακύνθου ύστερ’ από το έτος 1758 και πριν από το 1763, όταν η Βενετσιάνικη Γερουσία ενέκρινε απόφαση του Προβλεπτή Ζακύνθου Φραγκίσκου Μανωλέσου, για την αναγνώριση σαν επίσημης ημέρας της 17ης Δεκεμβρίου κάθε χρόνου. Ως τότε, η επέτειος της Κοιμήσεως του Αγίου Διονυσίου (17 Δεκεμβρίου), θεσπισμένη από τη Συνοδική Έκθεση του 1703, γιορταζόταν ανεπίσημα, με τη λιτανεία στην πόλη του ιερού Λειψάνου και πανηγύρι. Επίσης, ορίσθηκε να γιορτάζεται επίσημα και η 24η Αυγούστου, επέτειος της μετακομιδής του ιερού Λειψάνου από τα Στροφάδια στη Ζάκυνθο, με πανηγύρι και λιτανεία του Πολιούχου στην πόλη. Έτσι, δύο φορές το χρόνο γιορτάζουν οι Ζακυνθινοί τον Άγιο Διονύσιο: 24 Αυγούστου και 17 Δεκεμβρίου. Η καθαυτό γιορτή είναι η χειμωνιάτικη, επέτειος της Κοιμήσεως του Αγίου Διονυσίου. Και στις δύο περιπτώσεις, προκαλούν πάντα εντύπωση και κατάνυξη, όχι μόνο οι θρησκευτικές ακολουθίες, αλλά και η επίσημη, επιβλητική, Λιτανεία του Πολιούχου Ζακύνθου.
(Συμβολαιογράφος Ζακύνθου Ν. Παπαγιαννόπουλος).

Η/Υ επιμέλεια Σοφίας Μερκούρη
Δημοσίευση σχολίου

Printfriendly